Σκόρπιες κι ολίγον ασυνάρτητες σκέψεις για τη ζωή στην Πόλη…
Δεν ξέρω πόσο καιρό έχω να σου γράψω. Πρέπει να είναι πάνω από μήνας. Κάθε μέρα που περνάει, νιώθω ότι παραμελώ μια φιλενάδα μου, ή μάλλον άλλη μία φιλενάδα μου γιατί ποτέ δεν θα ξεπεράσω το ενοχικό για το ότι έφυγα πάνω που για πρώτη φορά, είχα μια σταθερή, δυνατή, παρέα από φιλενάδες, που αγαπώ και μ’αγαπούν και που ότι κάναμε ήταν πάντα μιας ποιότητας τόσο όμορφης, τόσο ξεχωριστής, τόσο απαραίτητης για μένα που πέρασα χρόνια και χρόνια με φιλίες “του ποδαριού”. Από την άλλη, θέλω να πιστεύω ότι αυτές οι ξεχωριστές φιλενάδες, (μαζί τους κι εσύ), καταλαβαίνουν ή προσπαθούν τουλάχιστον να καταλάβουν τι γίνεται μέσα μου και με βουλιάζει σ’αυτά τα χρονοβόρα χασίματα.
Δεν είναι μόνο ότι άφησα την Αθήνα την οποία υπεραγαπώ και ήρθα να ζήσω στην Πόλη. Δεν είναι μόνο το ότι έβγαλα τα μάτια μου να διαβάζω αγγελίες και να στέλνω βιογραφικά ένα χρόνο τώρα. Ούτε είναι που το μικρό χαζοχαρούμενο βιβλιαράκι μου, 11 μήνες μετά, επιτέλους μοιάζει σιγά σιγά με κανονικό βιβλιαράκι και όχι με τρελές σημειώσεις που παλεύω να βάλω σε μια τάξη. Αν κι αυτό θα μπορούσα να πω ότι παίζει ένα κάποιο ρόλο γιατί κάθε άσχετη γραμμή που γράφω, πολλές φορές αισθάνομαι ότι με απομακρύνει από την ολοκλήρωση του βιβλίου. Είναι κάτι άλλο που όσο κι αν πάλεψα, όσο κι αν κλώτσησα, όσο κι αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ, συντελέστηκε αργά και ύπουλα μέσα μου.
Τα Σάββατα πηγαίνουμε στο παζάρι του χωριού. Οι περισσότερες γυναίκες του χωριού μας είναι ντυμένες με μακριά αταίριαστα ρούχα και καμπαρντίνες και φορούν μαντήλια. Τα φρούτα και τα λαχανικά είναι ολόφρεσκα και πάμφθηνα και στολισμένα σαν πίνακες στους ξύλινους πάγκους, ενώ το χωριό το δικό μας φημίζεται για τα ψάρια του. Είχα να φάω τόσο ψάρι από τότε που ζούσε ο πατέρας μου και πήγαινε για ψάρεμα συνέχεια τα καλοκαίρια. Στη γειτονιά μας υπάρχουν 2 τζαμιά και ο Ιμάμης ψέλνει 5 ή 6 φορές τη μέρα. Στους κοινόχρηστους κήπους της πολυκατοικίας έχει αμέτρητα χρωματιστά λουλούδια που αλλάζουν 4 φορές το χρόνο, τώρα είναι τριαντάφυλλα. Κάθε μέρα, έρχεται κάποιος να πάρει τα σκουπίδια από την πόρτα του σπιτιού και να ρωτήσει αν θέλουμε να μας φέρει κάτι.

Τις μέρες που δεν γράφω και δεν πηγαίνω στη γιόγκα, παίρνω το λεωφορειάκι μέχρι το μετρό για να μπορέσω να κατέβω στο κέντρο για να δω τις φίλες μου και να εξερευνήσω. Η διαδρομή μέσα απ’το χωριό, επιβεβαιώνει ακόμα περισσότερο το αίσθημα μου. Ανεβαίνοντας το λόφο που ειναι η στάση του μετρό, περνάμε μέσα από χαμόσπιτα με πέτρινες αυλές, με πρόβατα και γουρουνάκια, με παππούδες με μουστάκες που κάθονται σε κατώφλια και σε καφενεία, με γιαγιάδες που καθαρίζουν τα σκαλοπάτια τους, με παιδιά που παίζουν ξυπόλητα ποδόσφαιρο και με γυναίκες που ψωνίζουν στους μανάβηδες και στους χασάπηδες που υπάρχουν σε κάθε γωνιά.
Στην Τουρκική κοινωνία, ο γάμος και η οικογένεια είναι ακόμα εξαιρετικά σημαντικά πράγματα. Παρόλο που κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι Τούρκοι άντρες δεν είναι ο,τι καλύτερο μπορεί να σου τύχει σε σύζυγοι (λεπτομέρειες κατ’ιδίαν), όλοι ασχολούνται με θέματα γάμου και οικογένειας και θέλουν οπωσδήποτε να κάνουν παιδιά και κλασσικά στις χαμηλότερες κοινωνικές βαθμίδες όλο και περισσότερα, αντιστρόφως ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της φαμίλιας. Και βέβαια, το όνειρο κάθε γυναίκας (ας βάλω κι ένα “σχεδόν κάθε γυναίκας” για να μην είμαι απόλυτη) είναι να παντρευτεί και να σταματήσει να δουλεύει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αυτό το πλαίσιο, λειτούργησε εξαιρετικά απενοχοποιητικά για μένα που στην αρχή υπέφερα πόνο φρικτό που μετά από 13 χρόνια έγινα άνεργη νοικοκυρά καθώς στην Τουρκία δεν τρέχει κάστανο άμα κάθεσαι σπίτι σου και κάνεις δουλειές. Και υπόψην, όχι επειδή υπάρχει κρίση, ούτε επειδή σε απέλυσαν απ’τη δουλειά, αλλά επειδή, έτσι είναι το σωστό, να είσαι σουλτάνα εσύ κι ο άντρας σου σουλτάνος. Μαγκιά σου κιόλας.
Μετά είναι και το άλλο, όλη αυτή η στα όρια της καταπίεσης φιλοξενία και περιποίηση, αυτό το φάε και φάε και φέρε και πιες και σε κερνάω και ξανά και ξανά που σε κάνει να αισθάνεσαι πολύ λίγος (και γύφτος μη σου πω) καμιά φορά, έτσι που έρχεσαι εσύ από τη Χώρα της Κρίσης που όλοι βγάζουμε τα ευρουλάκια μας και πληρώνει ο καθένας τα δικά του.

Βέβαια η λίστα με αυτά που σιχαίνομαι εδώ δεν έχει τελειωμό, αλλά δεν ξέρω, ξύπνησα σήμερα και ήμουν κάπως έτσι, σα μισοερωτευμένη με το βοσπορινό αεράκι που τρύπωσε απ’το παράθυρο μου και είπα να σου γράψω. Σε σκέφτομαι να ξέρεις κάθε μέρα και μια μέρα θα γυρίσω. Προς το παρόν, μαζεύω υλικό για κάποιο μελλοντικό μεγάλο παραμύθι. Προς το παρόν, άκου κι εσύ αυτό το τραγούδι που λατρεύω.